Meaning of χρήμα | Babel Free
/ˈxri.ma/Ορισμοί
- κάποιο αγαθό που είναι μέσο συναλλαγής και πληρωμής
- κάποια ποσότητα χρημάτων
-
η περιουσία general
Ισοδύναμα
English
money
Παραδείγματα
“ρευστό χρήμα νομίσματα όπως σε κέρματα ή χαρτονομίσματα”
“λογιστικό χρήμα σε επιταγές ή βιβλιάρια καταθέσεων”
“Το χρήμα δε φέρνει την ευτυχία,”
“Έχει πολύ χρήμα, χρήμα με ουρά! (μεγάλη περιουσία)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.