Meaning of εγχείρηση | Babel Free
/eŋˈçi.ɾi.si/Ορισμοί
χειρουργική επέμβαση, ιατρική πράξη με ειδικά όργανα, που περιλαμβάνει συνήθως τομή στο σώμα του ασθενούς, ώστε να γίνει δυνατή η επέμβαση σε εσωτερικά όργανα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Πάμε για εγχείρηση στομάχου στον Ευαγγελισμό. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.