Meaning of περίεργος | Babel Free
/peˈɾi.eɾ.ɣos/Ορισμοί
- που χαρακτηρίζεται από περιέργεια, από έντονο ενδιαφέρον να μάθει λεπτομέρειες σχετικές με οποιοδήποτε θέμα, συχνά και για υποθέσεις που δεν τον αφορούν
- που μας κινεί την περιέργεια λόγω της ιδιαιτερότητάς του ή μας προκαλεί ανησυχία ή καχυποψία
- που έχει παράδοξη συμπεριφορά (συνήθως αρνητική σημασία)
Παραδείγματα
“είμαι περίεργος να μάθω τι απέγινε με κείνη την ιστορία...”
“μη γίνεσαι τόσο περίεργος, καταντά αδιακρισία”
“Είναι περίεργος άνθρωπος, λίγο δύστροπος, αλλά με καλές προθέσεις.”
“Το ενδιαφέρον του για τις συναλλαγές της εταιρείας μας είναι κάπως περίεργο, για να μην πω ύποπτο.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.