σπαθί
Ορισμοί
- ονομασία οικισμών, ακρωτηρίων και νησίδας της Ελλάδας
- όπλο που αποτελείται από μια μακριά, κοφτερή και, συνήθως, ατσάλινη λεπίδα που έχει προσαρμοστεί σε ειδική λαβή
-
μάχη, πόλεμος figuratively
- χαρτί της τράπουλας με μαύρο χρώμα που φέρει το σήμα του τριφυλλιού (♣)
-
άτομο εμπιστοσύνης που συμπεριφέρεται σωστά και με τιμιότητα figuratively
Ισοδύναμα
40 more languages
Azərbaycan diliqılınc
Беларускаяшабля
Българскисабя
Bosanskisablja
Catalàsabre
Esperantosabro
Gàidhligclaidheamh crom
Hrvatskisablja
Magyarszablya
Íslenskasveðja
Қазақ тіліқылыш
Кыргызчакылыч
Lietuviųkardas
Latviešuzobens
Македонскисабја
Монголсэлэм
Românăsabie
Slovenčinameč
Slovenščinasablja
Српскиsablja
Tagalogsable
Українськашабля
O'zbekchaqilich
Tiếng Việt劍
Παραδείγματα
“※ 2022 Στέφανος Νικήτας, huffingtonpost.gr Ανακαλύφθηκε σκουριασμένο μεσαιωνικό σπαθί πιθανώς Τούρκων πειρατών σε ελληνικό μοναστήρι, πρόσβαση: 9. 2. 2026”
“※ Αν κι ήτανε Φράγκος, αγαπούσε τη χώρα που 'χε παρμένη με το σπαθί, σα να 'τανε πατρίδα του. (Φώτης Κόντογλου Η Καρύταινα [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free