Meaning of σπαθί | Babel Free
/spaˈθi/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών, ακρωτηρίων και νησίδας της Ελλάδας
- όπλο που αποτελείται από μια μακριά, κοφτερή και, συνήθως, ατσάλινη λεπίδα που έχει προσαρμοστεί σε ειδική λαβή
-
μάχη, πόλεμος figuratively
- χαρτί της τράπουλας με μαύρο χρώμα που φέρει το σήμα του τριφυλλιού (♣)
-
άτομο εμπιστοσύνης που συμπεριφέρεται σωστά και με τιμιότητα figuratively
Ισοδύναμα
AZ
qılınc
BE
шабля
BG
сабя
CA
sabre
Čeština
šavle
DA
sabel
Deutsch
Säbel
Ελληνικά
μάχαιρα
EO
sabro
Español
sable
HU
szablya
IS
sveðja
Italiano
sciabola
KK
қылыш
KY
кылыч
LT
kardas
LV
zobens
MK
сабја
MN
сэлэм
Nederlands
sabel
Polski
szabla
Português
sabre
RO
sabie
SL
sablja
Svenska
sabel
TL
sable
Türkçe
kılıç
Українська
шабля
UZ
qilich
Παραδείγματα
“※ 2022 Στέφανος Νικήτας, huffingtonpost.gr Ανακαλύφθηκε σκουριασμένο μεσαιωνικό σπαθί πιθανώς Τούρκων πειρατών σε ελληνικό μοναστήρι, πρόσβαση: 9. 2. 2026”
“※ Αν κι ήτανε Φράγκος, αγαπούσε τη χώρα που 'χε παρμένη με το σπαθί, σα να 'τανε πατρίδα του. (Φώτης Κόντογλου Η Καρύταινα [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.