HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

εργασία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
eɾ.ɣaˈsi.a

Ορισμοί

  1. η ενέργεια του ρήματος εργάζομαι, η απασχόληση με ένα συγκεκριμένο έργο, η ανθρώπινη δραστηριότητα που αποσκοπεί στην παραγωγή ενός προϊόντος, υλικού ή πνευματικού
  2. το επάγγελμα ενός ανθρώπου
  3. ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο κλπ) στον οποίο κάποιος εργάζεται
  4. το σύνολο των εργαζομένων με εξαρτημένη σχέση
  5. γραπτό δοκίμιο ή κατασκευή που πρέπει να συντάξει ή να κατασκευάσει ένας σπουδαστής ή μαθητής με προσωπική έρευνα στο πλαίσιο των μαθημάτων του
  6. job: ή σύνολο εργασιών που εκτελείται αυτόματα και προσχεδιασμένα, χωρίς την μεσολάβηση του χρήστη
  7. process: ο όρος εργασία χρησιμοποιείται μερικές φορές αντί του διεργασία

Ισοδύναμα

23 more languages
العربيةنصب
Češtinadřít
Esperantolaborotasko
فارسیکار
Gàidhligobraich
עבריתעבד
日本語労働勤労
한국어일하다
Kurdîtask
Polskirobota
Portuguêslabor
Românămuncă
Svenskaslita
Tiếng Việt
中文勞動
繁體中文勞動

Παραδείγματα

“Θα ήθελα να συγχαρώ την Susan για την εξαιρετική εργασία που έχει εκτελέσει.”

I would like to congratulate Susan for the excellent work that she has done.

Στην παρούσα εργασία θα μελετηθεί η διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης για το Ολοκαυτώματος στην πόλη του Βόλου...”

In the present work we will study the formation of the collective memory for the Holocaust in the city of Volos...

για μια ακόμη φορά ήρθαν αντιμέτωποι το κεφάλαιο και η εργασία”
“ο καθηγητής μου ζήτησε να έχω ολοκληρώσει την εργασία μου μέχρι το τέλος της εβδομάδας”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη εργασία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free