Meaning of εργατικός | Babel Free
/eɾ.ɣa.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με τους εργάτες
- που είναι αρκετά δραστήριος και αποδοτικός στην εκτέλεση των καθηκόντων του, που δουλεύει σκληρά κι αποτελεσματικά
Παραδείγματα
“εργατικό σωματείο”
“ο Γ. είναι πολύ εργατικός άνθρωπος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.