HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σούπα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈsu.pa

Ορισμοί

  1. ρευστό ή παχύρρευστο φαγητό που παρασκευάζεται από ζωμό κρέατος, πουλερικού, ή ψαριού, ή λαχανικών που έχουν βράσει. Σερβίρεται σε βαθιά πιάτα και τρώγεται με κουτάλι.
  2. κάθε τροφή που ρευστοποιείται
    familiar
  3. καθετί που είναι χαλαρό, ανιαρό και χωρίς συνοχή
    familiar, vulgar

Ισοδύναμα

Englishsoup
Españolsopa
Françaispanadepétrinpotagesoupe
41 more languages
Catalàsopa
Dansksuppe
Esperantosupo
Eestisupp
Gàidhligbrotsùgh
Galegomigar
עבריתמרק
हिन्दीरसशोरबा
Magyarleves
Bahasa Indonesiasopsup
Íslenskasúpa
日本語スープつゆ
한국어-탕수프
Kurdîşopsopa
Lietuviųsriuba
Nederlandssoep
Portuguêssopa
Românăsupa
Slovenčinapolievka
Slovenščinajuha
Svenskasoppa
Kiswahilisupu
ไทยแกง
Tagalogsabawsopas
Türkçeçorba
Українськазупасупюхаю́шка
Tiếng Việtxúp
中文
繁體中文

Παραδείγματα

“χτύπησε τόσο το γιαούρτι, που έγινε σούπα στο τέλος”
“η ταινία ήταν σούπα”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σούπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free