HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πίτσα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/ˈpi.t͡sa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. γυναικείο όνομα
    diminutive
  3. στρώμα ζύμης, συνήθως στρογγυλό, με διάφορα υλικά από πάνω, όπως τυρί, ντομάτα, ζαμπόν, μανιτάρια κ.λπ. ή ό,τι άλλο επιθυμείται, το οποίο ψήνεται στο φούρνο

Ισοδύναμα

English pizza

Παραδείγματα

“※ Ποια ήταν όμως η Πίτσα Μπουρνόζου; Γεννημένη (ως Καλλιόπη) στις 23 Φεβρουαρίου 1945 (δεύτερη στη σειρά ανάμεσα σε τέσσερα κορίτσια) από μικρή έδειξε το ταλέντο της (Ηλίας Τάσκου, «Πίτσα Μπουρνόζου: Το κορίτσι της τέχνης», ellinikoskinimatografos.gr· πρόσβαση: 2021-10-01)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πίτσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course