Meaning of ευγενικός | Babel Free
/[ɛvʝɛniˈkɔs]/Ορισμοί
- χαρακτηριζόμενος από ευγένεια
- που έχει καλούς τρόπους
- ευγενούς, αριστοκρατικής καταγωγής
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: αβρός, ευγενής”
“≠ αντώνυμα: αγενής”
“≈ συνώνυμα: αριστοκρατικός, ευγενής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.