Meaning of τζιν | Babel Free
/ˈd͡zin/Ορισμοί
- άχρωμο οινοπνευματώδες ποτό
- βαμβακερό ύφασμα με χαρακτηριστική διαγώνια ύφανση
- ανδρικό όνομα, υποκοριστικό του Γιουτζίν (Γιουτζήν)
- γυναικείο όνομα, αντίστοιχο του Ιωάννα
- παντελόνι από τέτοιο ύφασμα, κυρίως το λεγόμενο και μπλουτζίν
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Παραδείγματα
“Μπαίνοντας στο μπαρ, ο Κέιτερ της είχε παραγγείλει ένα τζιν τόνικ …”
On entering the bar, Kate had ordered a gin and tonic …
“※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και καφενεία, ζαχαροπλαστεία με μπακλαβαδάκια, τουλούμπες, σεκέρ παρέ, κανταΐφια, κόκκους καφέ και λουκούμια με ροδέλαιο. Όλα τα καλά του κόσμου.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.