HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπαρ | Babel Free

Noun CEFR A2 Common

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. κατάστημα που σερβίρει οινοπνευματώδη ποτά
  3. μονάδα μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης
  4. ο πάγκος που χωρίζει τον μπάρμαν από τους πελάτες ενός τέτοιου καταστήματος και όπου μπορούν αυτοί να κάτσουν για να πιουν το ποτό τους
  5. οικιακό έπιπλο για τα οινοπνευματώδη ποτά

Ισοδύναμα

English bar

Παραδείγματα

“※ Αλλού, στην Αγγλία ή τη Γαλλία, οι κοινωνιολόγοι γράφουν βιβλία, τα πανεπιστήμια κάνουν έρευνες πάνω στο λεξικό μιας νεολαιίστικης υποκουλτούρας, στα γκραφίτι των τοίχων, στα λόγια των τραγουδιών των Σεξ Πίστολς, στα βεσπάκια των Mods ή στο φαινόμενο του φέις κοντρόλ στα μπαρ (Ταχυδρόμος, τεύχη 49-51, 1991, σελ. 176)”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπαρ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course