Meaning of μπαρ | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- κατάστημα που σερβίρει οινοπνευματώδη ποτά
- μονάδα μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης
- ο πάγκος που χωρίζει τον μπάρμαν από τους πελάτες ενός τέτοιου καταστήματος και όπου μπορούν αυτοί να κάτσουν για να πιουν το ποτό τους
- οικιακό έπιπλο για τα οινοπνευματώδη ποτά
Ισοδύναμα
English
bar
Παραδείγματα
“※ Αλλού, στην Αγγλία ή τη Γαλλία, οι κοινωνιολόγοι γράφουν βιβλία, τα πανεπιστήμια κάνουν έρευνες πάνω στο λεξικό μιας νεολαιίστικης υποκουλτούρας, στα γκραφίτι των τοίχων, στα λόγια των τραγουδιών των Σεξ Πίστολς, στα βεσπάκια των Mods ή στο φαινόμενο του φέις κοντρόλ στα μπαρ (Ταχυδρόμος, τεύχη 49-51, 1991, σελ. 176)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.