Meaning of ντουλάπα | Babel Free
/duˈla.pa/Ορισμοί
- μεγάλο έπιπλο με πόρτα ή πορτόφυλλα στο οποίο κρεμιούνται ή τοποθετούνται ρούχα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ντουλάπας
Ισοδύναμα
English
wardrobe
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.