Meaning of ντουλάπας | Babel Free
/duˈla.pas/Ορισμοί
- χοντρός, γεροδεμένος
- γενική ενικού του ντουλάπα
-
τεχνίτης που ειδικεύεται στην κατασκευή ντουλαπιών και ερμαρίων informal, neologism
-
το μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου neologism, offensive, slang
- μπράβος
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.