Meaning of τρώει | Babel Free
/ˈtɾo.i/Ορισμοί
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τρώω
- γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού ενεστώτα του τρώω
Παραδείγματα
“Πάντα τρώει πολύ αργά το φαγητό του.”
“να, ας, αν, ίσως τρώει (υποτακτική αορίστου)”
“θα τρώει (εξακολουθητικός μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.