HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τρωθεί | Babel Free

Verb CEFR B1
/tɾoˈθi/

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο παθητικού αορίστου του τιτρώσκω
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του τιτρώσκω
  3. πολυτονική γραφή του τρωθεί

Παραδείγματα

“έχει τρωθεί”
“να, ας, αν, ίσως τρωθεί (υποτακτική αορίστου)”
“θα τρωθεί (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τρωθεί used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course