Meaning of μεταφορά | Babel Free
/me.ta.foˈɾa/Ορισμοί
- η μετακίνηση ενός πράγματος ή ανθρώπου (πχ εμπορευμάτων - επιβατών) από ένα μέρος σε ένα άλλο, συνήθως με κάποιο μεταφορικό μέσο
- η μετακίνηση σε άλλο σημείο
- η μεταγραφή, διασκευή ή απόδοση ενός δημιουργικού έργου σε άλλη μορφή από την αρχική του
- σχήμα λόγου κατά το οποίο οι ιδιότητες ενός στοιχείου αποδίδονται (μεταφέρονται) σε ένα άλλο, το οποίο έχει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά από το πρώτο
- απόδοση σε άλλη γλώσσα
- άμεσο γλωσσικό δάνειο που έχει ενταχθεί στην αποδέκτρια γλώσσα προσαρμοσμένο γραμματικά
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ολοκληρώθηκε η μεταφορά των αρχείων από το σκληρό δίσκο στη δισκέτα”
“η επιχείρηση θα παραμείνει κλειστή για δύο ημέρες λόγω μεταφοράς των γραφείων της σε άλλο κτήριο”
“η επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού μυθιστορήματος”
“Στη φράση «ο αντίπαλος έγινε λαγός» γίνεται χρήση μεταφοράς: μία ζωική ιδιότητα (η ταχύτητα του λαγού) αποδίδεται σε άνθρωπο (τον αντίπαλο).”
“ο «χίππης» είναι μεταφορά στα ελληνικά του αγγλικού hippie· κλίνεται, έχει πληθυντικό «οι χίππηδες»”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.