κράτηση
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρατώ
- συγκράτηση
- η εξασφάλιση ή η αναγνώριση κατοχής μιας θέσης σε μεταφορικό μέσο, θέατρο κ.λπ., ή ενός δωματίου σε ξενοδοχείο
- σύλληψη και αναγκαστική παραμονή σε κάποιο χώρο
- αναγκαστική παραμονή στο στρατόπεδο και στέρηση εξόδου
- το χρηματικό ποσό που παρακρατείται από τον μισθό ή άλλες απολαβές για τη φορολόγηση, ασφάλιση κ.λπ.
Ισοδύναμα
25 more languages
العربيةحجز
Българскиангажимент
Bosanskiбукинг
Catalàreserva
Češtinarezervace
Gaeilgeáirithint
Hrvatskiбукинг
日本語予約
한국어예약
Македонскирезервација
Slovenčinarezervácia
Српскибукинг
ไทยการจอง
Türkçerezervasyon
Українськабронювання
Παραδείγματα
“εάν χρειαστεί να τροποποιήσετε μία κράτηση …”
if you need to change a booking …
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free