σκιά
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η σκοτεινή περιοχή που σχηματίζεται στη μία πλευρά ενός αντικειμένου, όταν μια φωτεινή πηγή το φωτίζει από την άλλη πλευρά
-
σχετικά σκοτεινή περιοχή, σκοτάδι general
-
για κάτι που στενοχωρεί figuratively
-
για να δηλώσει παρακμή, αδυναμία figuratively
-
κάτι που μας ακολουθεί παντού figuratively
- είδος καλλυντικού για το χρωμάτισμα της περιοχής των ματιών στα βλέφαρα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“θέατρο σκιών”
shadow theatre
“Ο ύποπτος χάθηκε μέσα στις σκιές της νύχτας.”
The suspect disappeared into the shadows of the night.
“σκιά ματιών”
eye shadow
“σκιά του παλιού του εαυτού”
shadow of his former self
“Κάτσαμε να ξεκουραστούμε στη σκιά του μεγάλου πλάτανου.”
“μια σκιά φόβου, μια σκιά υποψίας”
“Έχει γίνει η σκιά του παλιού του εαυτού.”
“Έγινα η σκιά του, τον ακολουθούσα παντού, αλλά δεν ανακάλυψα τίποτα ύποπτο.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free