Meaning of απέναντι | Babel Free
/aˈpe.nan.di/Ορισμοί
-
αντίκρυ, στην αντικρινή μεριά adverb
- μπροστά σε
- μπροστά σε (μεταφορικά), σε σχέση με
Παραδείγματα
“Οι γείτονες απέναντι απ' το σπίτι μας.”
“βρίσκομαι απέναντι σε κάποιον, βρίσκομαι απέναντι από κάποιον”
“πέρασα απέναντι (πήγα προς την άλλη μεριά κάποιου χώρου)”
“— Πού πας; — Απέναντι. Λέω να πεταχτώ απέναντι.”
“Κράτησε θετική στάση απέναντί μου.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.