HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βοηθός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1 Frequent
voi̯ˈθos

Ορισμοί

  1. που βοηθάει, που συνδράμει
  2. ανδρικό όνομα
  3. που δουλεύει υπό τις οδηγίες κάποιου ιεραρχικά ανώτερου, που η εργασία του είναι δευτερεύουσα ή βοηθητική

Ισοδύναμα

24 more languages

Παραδείγματα

“Ο νέος βοηθός είναι πολύ εργατικός.”

The new assistant is very hardworking.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βοηθός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free