Meaning of ακόλουθος | Babel Free
/aˈko.lu.θos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- αυτός που συνοδεύει κάποιον
- που ακολουθεί τη λογική ακολουθία, συνεπής και πιθανός, που βγάζει νόημα, που έχει λογική
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.