Meaning of δέρμα | Babel Free
/[ˈðɛɾma]/Ορισμοί
- το εξωτερικό στρώμα του σώματος, που προστατεύει άλλους ιστούς και όργανα από το περιβάλλον, όργανο της αφής το οποίο σε μερικά ζώα καλύπτεται από τρίχες και στα ψάρια από λέπια
- το παραπάνω στρώμα που έχει αφαιρεθεί από το σώμα ζώου, είτε κατεργασμένο για ανθρώπινη χρήση είτε που προορίζεται για αυτό
Παραδείγματα
“※ 2025 Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη”
“≈ συνώνυμα: επιδερμίδα, πέτσα, πετσί, τομάρι, χρως”
“※ Ένα από τα βασικά είδη δέρματος, το οποίο όλοι αναγνωρίζουμε εξ όψεως είναι το γυαλισμένο δέρμα (Polished Leather), το οποίο είναι διαφορετικό από το λουστρίνι (Patent leather) και δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται. (Γνωρίζοντας του τύπους δέρματος Β΄, mortoglou.gr, ανακτήθηκε στις 9/1/2025 https://www.mortoglou.gr/mortoglou-blog/gnorizontas-tous-typous-dermatos-b-meros?srsltid=AfmBOooXEg0-o1tIZ2o_Szws8WVsyyVuB36YEAmpIppX41abmov7RCkv)”
“≈ συνώνυμα: προβιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.