Meaning of πάθος | Babel Free
/ˈpa.θo̞s/Ορισμοί
- πολύ ισχυρό συναίσθημα που υπερισχύει της λογικής
- αυτός που έπαθε κάτι και άρα έχει τη συγκεκριμένη εμπειρία
- μεγάλη αγάπη και ενθουσιασμός για κάτι, ολοκληρωτική αφοσίωση, μεγάλη ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα για την επίτευξη κάποιου στόχου
- το αντικείμενο του πάθους
- πάθημα, κάτι οδυνηρό που σε κάνει να υποφέρεις σωματικά ή ψυχικά
- μεταβολή ενός φθόγγου
-
αφροδίσιο νόσημα dated, plural-normally
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ερωτικό πάθος”
“πάθος για τη ζωγραφική”
“ρίχτηκε στον αγώνα με πάθος”
“η μουσική είναι το πάθος της”
“(με κεφαλαίο) τα Πάθη του Χριστού”
“εκφράσεις: των παθών μου τον τάραχο”
“Η ανομοίωση των δασέων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά πάθη των συμφώνων στην αρχαία ελληνική.”
“μη μου τα λες εμένα, είμαι κι εγώ παθός και ξέρω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.