πάθος
Ορισμοί
- πολύ ισχυρό συναίσθημα που υπερισχύει της λογικής
- αυτός που έπαθε κάτι και άρα έχει τη συγκεκριμένη εμπειρία
- μεγάλη αγάπη και ενθουσιασμός για κάτι, ολοκληρωτική αφοσίωση, μεγάλη ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα για την επίτευξη κάποιου στόχου
- το αντικείμενο του πάθους
- πάθημα, κάτι οδυνηρό που σε κάνει να υποφέρεις σωματικά ή ψυχικά
- μεταβολή ενός φθόγγου
-
αφροδίσιο νόσημα dated, plural-normally
Ισοδύναμα
25 more languages
Българскиувлечение
Catalàinfatuació
Češtinapatos
DeutschBesessenheitbesinnungslose VerliebtheitBetörungPathosSchwärmereiVerblendungVernarrtheitVersessenheit
Esperantopatoso
Gàidhligdrùidhteachd
Galegopaixón
Bahasa Indonesiapatos
Kurdîpatos
Latinamisericordia
Русскийвлюблённостьвлюблённость f vljubljónnost’воодушевлениепафосподъемстрастьстрасть f strast’увлече́ниеувлече́ние f uvlečénijeэнтузиазм
Svenskaförälskelse
Українськапафос
Παραδείγματα
“ερωτικό πάθος”
“πάθος για τη ζωγραφική”
“ρίχτηκε στον αγώνα με πάθος”
“η μουσική είναι το πάθος της”
“(με κεφαλαίο) τα Πάθη του Χριστού”
“εκφράσεις: των παθών μου τον τάραχο”
“Η ανομοίωση των δασέων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά πάθη των συμφώνων στην αρχαία ελληνική.”
“μη μου τα λες εμένα, είμαι κι εγώ παθός και ξέρω”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free