Σημασία του κούκλα | Babel Free
ˈkuklaΟρισμοί
- ανθρώπινο ομοίωμα, κατασκευή που μοιάζει με άνθρωπο
- παιδικό παιχνίδι που είναι ομοίωμα ανθρώπου
- γυναικείο επώνυμο
-
μαριονέτα especially
- ομοίωμα ανθρωπίνου σώματος για επίδειξη ρουχισμού
-
προσφώνηση ή χαρακτηρισμός όμορφου ανθρώπου ή πράγματος figuratively
- τρόπος συσκευασίας νήματος για πλέξιμο ή ύφανση, είδος μακρόστενου κουβαριού τυλιγμένου σε μηχανή
-
νήμα τυλιγμένο σε μακρόστενη στρογγυλή λουρίδα με σχήμα οχτώ broadly
- κώνος καλαμποκιού
Ισοδύναμα
English
babycakes
bird
Corncob
Darling
doll
doll
Dummy
Mannequin
Marionette
puppet
Puppet
Pussy
Skein
sweetheart
Suomi
marionetti
हिन्दी
कठपुतली
Magyar
marionett
Հայերեն
խամաճիկ
ქართული
მარიონეტი
Қазақша
қуыршақ
Latina
vavato
Latviešu
lelle
Română
marionetă
Slovenčina
babka
Svenska
marionett
ไทย
หุ่นเชิด
中文
傀儡
ZH-TW
傀儡
Παραδείγματα
“Το κοριτσάκι παίζει με τις κούκλες.”
The little girl plays with the dolls.
“Κοίταγε τις κούκλες στην βιτρίνα.”
She was looking at the mannequins in the display.
“Κοίτα κάτι κούκλες στην παραλία, θεέ μου!”
Look at those babes on the beach, my god!
“Να ’σαι καλά, κούκλα μου!”
Take care of yourself, sweetheart!
“Χρειάζεσαι πέντε κούκλες για να φτιάξεις πουλόβερ.”
You need five skeins to make a jumper.
“※ και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο”
“※ Μεγαλώνοντας έγινε κούκλα. Όσοι τη γνώρισαν είχαν να το λένε. Ήταν ψηλή, κομψή, γοητευτική, τολμηρή, λαλίστατη, με πάλλευκο δέρμα, μαύρα μαλλιά, μελωδική φωνή, μάτια που έλαμπαν από ζωή και βλέμμα που σκότωνε.”
“Πόσες κούκλες μαλλί χρειαζόμαστε για το πουκάμισο;”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free