Meaning of ανδρείκελο | Babel Free
/anˈðɾi.ce.lo/Ορισμοί
- ομοίωμα ανθρώπου
-
άνθρωπος χωρίς θέληση, του οποίου η δραστηριότητα κατευθύνεται από κάποιον άλλο figuratively
Παραδείγματα
“κυβέρρνηση ανδρεικέλων”
a puppet government
“※ Ἀπὸ χαρτὶ πλασμένα κι ἀπὸ δισταγμὸ / ἀνδρείκελα, στῆς Μοίρας τὰ δυὸ τυφλὰ χέρια, / χορεύουμε, δεχόμαστε τὸν ἐμπαιγμὸ, / ἄτονα κοιτώντας, παθητικὰ, τἀστέρια. (Κώστας Καρυωτάκης, Ανδρείκελα, από την ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες, 1927)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.