Meaning of λέσχη | Babel Free
/ˈle.sçi/Ορισμοί
- χώρος όπου συγκεντρώνονται και συχνάζουν πρόσωπα που συνδέονται με κοινά ενδιαφέροντα ή συμφέροντα και όπου αναπτύσσουν κοινές δραστηριότητες
-
το σύνολο των προσώπων που αποτελούν την λέσχη broadly
Παραδείγματα
“φοιτητική λέσχη”
(university)-students' club
“Παρακολουθώ στην τηλεόραση τη «Λέσχη του βιβλίου».”
I watch on TV [the programme] "Book Club".https://www.ertflix.gr/en/series/ser.216085-e-leskhe-tou-bibliou
“≈ συνώνυμα: εντευκτήριο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.