Meaning of γράψω | Babel Free
/ˈɣɾa.pso/Ορισμοί
α΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου (έγραψα) του γράφω
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως γράψω (συνοπτική υποτακτική ή υποτακτική αορίστου)”
“θα γράψω (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.