προφανές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προφανής
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Είναι προφανές ότι δεν λέει την αλήθεια.”
It is obvious that he's not telling the truth.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free