Meaning of σιωπή | Babel Free
/si.oˈpi/Ορισμοί
- η απουσία ήχου, ιδιαίτερα ομιλίας
- γυναικείο επώνυμο
- διαταγή ή προτροπή ή παράκληση σε κάποιον/κάποιους να σταματήσουν να μιλούν
Ισοδύναμα
English
silence
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.