Meaning of μορφή | Babel Free
/moɾˈfi/Ορισμοί
- η εξωτερική όψη, σχήμα κάποιου πράγματος
- γυναικείο επώνυμο
- τα στοιχεία που συνθέτουν την εξωτερική όψη ενός κειμένου, σε αντιδιαστολή με το περιεχόμενο
- το πρόσωπο του ανθρώπου
- άνθρωπος με αναγνωρισμένη προσφορά σε έναν τομέα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η ομοιοκαταληξία αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της μορφής στην παραδοσιακή ποίηση.”
“Ο Καλιγούλας είχε διατάξει να το μεταφέρουν στη Ρώμη και να του αλλάξουν το πρόσωπο δίνοντάς του την μορφή του αυτοκράτορα (από το άρθρο της Βικιπαίδειας Άγαλμα του Ολυμπίου Διός)”
“ο Νικόλαος Πολίτης υπήρξε σπουδαία μορφή των νεοελληνικών γραμμάτων.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.