HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

θεσμός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. παγιωμένη πρακτική ή σχέση μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής που συχνά αποκτά επίσημη μορφή και επικυρώνεται από τη νομοθεσία
  2. οργανισμός ή οργανωμένη δομή (με νομική υπόσταση) που συμβάλλει στην εξυπηρέτηση των πολιτών
  3. έννομη σχέση η οποία αποσκοπεί στην εκπλήρωση κάποιας κοινωνικής λειτουργίας ή σκοπού και διέπεται από την αντίστοιχη νομοθεσία
  4. συνήθεια με μεγάλη σημασία για ένα άτομο ή μικρό ή μεγάλο σύνολο
    broadly

Ισοδύναμα

20 more languages

Παραδείγματα

“Ο γάμος αποτελεί θεσμό που επινόησαν οι κοινωνίες.”

Marriage is an institution invented by society.

“ο θεσμός της οικογένειας”
“※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)”
“ο θεσμός των ΚΕΠ
δυο μερούλες κοινών διακοπών σε κάμπινγκ έχουν γίνει πια θεσμός για την παρέα μας

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη θεσμός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free