Meaning of ΚΕΠ | Babel Free
/ˈcep/Ορισμοί
- δημόσια υπηρεσία εξυπηρέτησης πολιτών σε συναλλαγές τους με το δημόσιο
- υποδομή ελέγχου των αεροσκαφών που πετούν σε συγκεκριμένο υψόμετρο
Παραδείγματα
“Θα πάω στο ΚΕΠ για να πάρω ένα πιστοποιητικό γέννησης.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.