Meaning of ακίνητος | Babel Free
/aˈci.ni.tos/Ορισμοί
- που δεν κινείται
- σχετικός με τα ακίνητα (γη, οικόπεδα, σπίτια)
Παραδείγματα
“στεκόταν ακίνητος στην πόρτα για πολλή ώρα πριν αποφασίσει να μπει μέσα”
“※ Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου ὄνειρα;...”
“έχει μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.