HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακίνητος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1 Frequent
/aˈci.ni.tos/

Ορισμοί

  1. που δεν κινείται
  2. σχετικός με τα ακίνητα (γη, οικόπεδα, σπίτια)

Παραδείγματα

“στεκόταν ακίνητος στην πόρτα για πολλή ώρα πριν αποφασίσει να μπει μέσα”
“※ Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου ὄνειρα;...”
“έχει μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακίνητος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course