Meaning of ακούνητος | Babel Free
/aˈku.ni.tos/Ορισμοί
- ακίνητος αλλά συνήθως προϋποθέτει ότι κάποιος προσπαθεί να τον κουνήσει (και δεν είναι γενικά και αόριστα ακίνητος, με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να τον πιέζουν)
- ακίνητος με δική του πρωτοβουλία παρ' ότι δύσκολο
- που δεν μπορεί να κουνηθεί, ασήκωτο, για κάτι βαρύ
- που δεν μπορεί να αλλάξει γνώμη
Ισοδύναμα
English
still
Παραδείγματα
“Τόσα του σύρανε, αλλά αυτός εκεί, ακούνητος στο υπουργιλίκι του”
“στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα”
“ακούνητος μπουφές, θέλει γερανό”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.