HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ακούνητος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
aˈku.ni.tos

Ορισμοί

  1. ακίνητος αλλά συνήθως προϋποθέτει ότι κάποιος προσπαθεί να τον κουνήσει (και δεν είναι γενικά και αόριστα ακίνητος, με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να τον πιέζουν)
  2. ακίνητος με δική του πρωτοβουλία παρ' ότι δύσκολο
  3. που δεν μπορεί να κουνηθεί, ασήκωτο, για κάτι βαρύ
  4. που δεν μπορεί να αλλάξει γνώμη

Ισοδύναμα

24 more languages

Παραδείγματα

“Τόσα του σύρανε, αλλά αυτός εκεί, ακούνητος στο υπουργιλίκι του
“στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα”
“ακούνητος μπουφές, θέλει γερανό”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ακούνητος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free