Meaning of μάρτυρας | Babel Free
/ˈmaɾ.ti.ɾas/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- που ακούει ή βλέπει κάτι τη στιγμή που αυτό γίνεται
- που παρουσιάζεται σε ένα δικαστήριο για να δώσει πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα
- που βασανίστηκε ή και θανατώθηκε για τις πεποιθήσεις του
-
που ζει μέσα σε ταλαιπωρίες broadly
Παραδείγματα
“αυτήκοος μάρτυρας”
eye witness
“αυτόπτης μάρτυρας”
“μπορώ να σου το διαβεβαιώσω, ήμουν μάρτυρας”
“ο δικαστής ρώτησε τους μάρτυρες”
“τι είπαν οι μαρτύροι; (λαϊκ. πληθυντικός του μεσαίωνα που όμως με άλλο τονισμό απαντά και στον Όμηρο: οι μάρτυροι)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.