μαρτυρία
Ορισμοί
- η κατάθεση ενός ατόμου στο δικαστήριο ή σε κάποια σχετικά επίσημη περίσταση για ένα περιστατικό που γνωρίζει αυτοπροσώπως
- η αποκάλυψη ενός μυστικού που έχει εμπιστευθεί κάποιος, το κάρφωμα
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτύριο accusative, nominative, plural, vocative
- τεκμήρια και στοιχεία για ένα γεγονός
- η στιγμή της μνημονικής καταγραφής
- ο βασανιστικός ή ο αδίκως τιμωρητικός θάνατος ή βίωμα (σε περίπτωση μη θανάτου)
Ισοδύναμα
19 more languages
Българскизаверка
Ελληνικάεπιβεβαίωση
Հայերենվկայություն
Italianoattestazione
Kurdîشاهد
Svenskabelägg
Українськапідтве́рдження
Παραδείγματα
“Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες ότι εδώ είχαν όντως ζήσει...”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free