HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κατάρα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
kaˈta.ɾa

Ορισμοί

  1. ορεινό πέρασμα στην Πίνδο μεταξύ Ιωαννίνων και Γρεβενών
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κατάρας
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κατάρας
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. επίκληση για επέλευση κακού
  5. γυναικείο επώνυμο
  6. αναθεματισμός
  7. μεγάλη δυστυχία
    figuratively

Ισοδύναμα

Españolmaldición
Françaismalédiction
23 more languages
বাংলাকাটারি
BosanskiКатар
Češtinaprokletí
DeutschFluch
Esperantomalbeno
हिन्दीकटार
HrvatskiКатар
Magyarátok
Italianomaledizione
日本語呪い呪縛
ქართულიწყევლა
한국어저주
МакедонскиКатар
मराठीकट्यार
ਪੰਜਾਬੀਕਟਾਰ
Portuguêsmaldição
Românăblestem
中文诅咒
繁體中文詛咒

Παραδείγματα

“Η γιαγιά πίστευε πως η αρρώστια ήταν κατάρα.”

Grandma believed the illness was a curse.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κατάρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free