Meaning of κατάρα | Babel Free
/kaˈta.ɾa/Ορισμοί
- ορεινό πέρασμα στην Πίνδο μεταξύ Ιωαννίνων και Γρεβενών
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κατάρας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κατάρας accusative, genitive, singular, vocative
- επίκληση για επέλευση κακού
- γυναικείο επώνυμο
- αναθεματισμός
-
μεγάλη δυστυχία figuratively
Ισοδύναμα
English
curse
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.