Meaning of κάθομαι | Babel Free
/ˈkaθome/Ορισμοί
- έχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (σε καρέκλα, καναπέ ή οτιδήποτε άλλο)
- τοποθετώ το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα ενώ πριν ήμουν όρθιος
- μένω, κατοικώ
- ακουμπάω πάνω σε κάτι άλλο
- υποχωρώ σε χαμηλότερο επίπεδο, καθιζάνω, κατακάθομαι
- δεν εργάζομαι (είμαι άνεργος ή βρίσκομαι σε διακοπές)
- μένω άπρακτος
Ισοδύναμα
English
Sit
Παραδείγματα
“Μου κάθησε μουσακάς στον λαιμό.”
Moussaka was stuck in my throat.
“Κι εκεί που καθόμουνα ήσυχος στο παγκάκι, μπαμ! Μου 'ρχεται μια μπάλα στο κεφάλι.”
“Κάτσε κάτω, να ξεκουραστείς, να πάρεις μιαν ανάσα!”
“«Κάτσε κάτω, Παπαδόπουλε, να αρχίσουμε το μάθημα!» είπε ο δάσκαλος.”
“※ Στον Βούθουλα καθόταν ένας φίλος μου γιατρός, ο Ξυνός. (Δημήτρης Ψαθάς (1939) Μαντάμ Σουσού [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.