HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κάθομαι | Babel Free

Ρήμα CEFR B1 Frequent
ˈkaθome

Ορισμοί

  1. έχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (σε καρέκλα, καναπέ ή οτιδήποτε άλλο)
  2. τοποθετώ το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα ενώ πριν ήμουν όρθιος
  3. μένω, κατοικώ
  4. ακουμπάω πάνω σε κάτι άλλο
  5. υποχωρώ σε χαμηλότερο επίπεδο, καθιζάνω, κατακάθομαι
  6. δεν εργάζομαι (είμαι άνεργος ή βρίσκομαι σε διακοπές)
  7. μένω άπρακτος

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of κάθομαι.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

Bosanski sit sit šit
Čeština sedávat sedět zasedat
Esperanto sidiĝi sidiĝi
Español sentar sentarse
Eesti istuma
Suomi istua
Gàidhlig suidh
Hrvatski sit šit sit
Italiano sedere sedere
日本語
Kurdî sit şit
Latina sedeo
Nederlands zitten
Português sentar
Српски sit sit šit седети
Türkçe oturmak oturulmak
Українська сиді́ти сидіти
Tiếng Việt ngồi

Παραδείγματα

Μου κάθησε μουσακάς στον λαιμό.”

Moussaka was stuck in my throat.

“Κι εκεί που καθόμουνα ήσυχος στο παγκάκι, μπαμ! Μου 'ρχεται μια μπάλα στο κεφάλι.”
“Κάτσε κάτω, να ξεκουραστείς, να πάρεις μιαν ανάσα!”
“«Κάτσε κάτω, Παπαδόπουλε, να αρχίσουμε το μάθημα!» είπε ο δάσκαλος.”
“※ Στον Βούθουλα καθόταν ένας φίλος μου γιατρός, ο Ξυνός. (Δημήτρης Ψαθάς (1939) Μαντάμ Σουσού [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κάθομαι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free