HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κάθομαι — definition

Conjugation of κάθομαι

Regular CEFR B1
ˈkaθome

έχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (σε καρέκλα, καναπέ ή οτιδήποτε άλλο) Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κάθομαι
εσύ κάθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κάθεται
εμείς καθόμαστε
εσείς κάθεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κάθονται
Παρατατικός
εγώ καθόμουν
εσύ καθόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καθόταν
εμείς καθόμασταν
εσείς καθόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κάθονταν
Αόριστος
εγώ κάθισα
εσύ κάθισες
αυτός / αυτή / αυτό κάθισε
εμείς καθίσαμε
εσείς καθίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάθισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθίσω
εσύ καθίσεις
αυτός / αυτή / αυτό καθίσει
εμείς καθίσουμε
εσείς καθίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ [{κάθου}]
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάθισε
εσείς καθίστε
Απαρέμφατο αορίστου
καθίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary