Conjugation of κάθομαι
ˈkaθomeέχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (σε καρέκλα, καναπέ ή οτιδήποτε άλλο) Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κάθομαι |
| εσύ | κάθεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάθεται |
| εμείς | καθόμαστε |
| εσείς | κάθεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάθονται |
Παρατατικός
| εγώ | καθόμουν |
| εσύ | καθόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθόταν |
| εμείς | καθόμασταν |
| εσείς | καθόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάθονταν |
Αόριστος
| εγώ | κάθισα |
| εσύ | κάθισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάθισε |
| εμείς | καθίσαμε |
| εσείς | καθίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάθισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθίσω |
| εσύ | καθίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθίσει |
| εμείς | καθίσουμε |
| εσείς | καθίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | [{κάθου}] |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κάθισε |
| εσείς | καθίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθίσει |