HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φήμη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈfi.mi

Ορισμοί

  1. διάδοση, λόγια που διαδίδονται από στόμα σε στόμα χωρίς να είναι διασταυρωμένα
  2. γυναικείο όνομα
  3. η εντύπωση που επικρατεί στους άλλους ανθρώπους για το χαρακτήρα και την ποιότητα κάποιου, το καλό ή κακό "όνομα" που έχει αποκτήσει κάποιος
  4. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Φήμης)
  5. η διασημότητα, το να είναι κανείς φημισμένος, διάσημος
  6. η φήμη του αρχιερέως, απαγγελία του ονόματος και του εκκλησιαστικού τίτλου, που φέρει ένας αρχιερέας, όταν αυτός προΐσταται αρχιερατικής λειτουργίας

Ισοδύναμα

34 more languages
العربيةشهرة
বাংলাশোহরৎ
Gaeilgealladhclú
Gàidhligcliùfathann
Magyarhírnév
Bahasa Indonesiarumor
日本語評判風聞
Românăfaimărenume
Tagalogkabalitaan

Παραδείγματα

“ακούγονται φήμες για ανασχηματισμό της κυβέρνησης”
“… τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ θεοπροβλήτου Μητροπολίτου τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως …, (Ὑπερτίμου καὶ Ἐξάρχου …), ἡμῶν δὲ πατρὸς καὶ ποιμενάρχου* / ἱεράρχου**, πολλὰ τὰ ἔτη. (*εντός της επαρχίας του / **εκτός της επαρχίας του)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φήμη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free