Σημασία του φήμη | Babel Free
ˈfi.miΟρισμοί
- διάδοση, λόγια που διαδίδονται από στόμα σε στόμα χωρίς να είναι διασταυρωμένα
- γυναικείο όνομα
- η εντύπωση που επικρατεί στους άλλους ανθρώπους για το χαρακτήρα και την ποιότητα κάποιου, το καλό ή κακό "όνομα" που έχει αποκτήσει κάποιος
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Φήμης)
- η διασημότητα, το να είναι κανείς φημισμένος, διάσημος
- η φήμη του αρχιερέως, απαγγελία του ονόματος και του εκκλησιαστικού τίτλου, που φέρει ένας αρχιερέας, όταν αυτός προΐσταται αρχιερατικής λειτουργίας
Ισοδύναμα
العربية
شهرة
বাংলা
শোহরৎ
Français
bruit
bruit qui court
causer
célébrité
EMAG
ester méthylique d’acide gras
famé
fame
gloire
ouï-dire
renom
renommée
renommée
renommée
réputation
réputé
répute
réputer
rumeur
Magyar
hírnév
Bahasa Indonesia
rumor
Italiano
celebrità
chiacchiera
chiacchiera
diceria
fama
fame
gloria
gloria
notorietà
reputare
rinomanza
vociferare
Tagalog
kabalitaan
Παραδείγματα
“ακούγονται φήμες για ανασχηματισμό της κυβέρνησης”
“… τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ θεοπροβλήτου Μητροπολίτου τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως …, (Ὑπερτίμου καὶ Ἐξάρχου …), ἡμῶν δὲ πατρὸς καὶ ποιμενάρχου* / ἱεράρχου**, πολλὰ τὰ ἔτη. (*εντός της επαρχίας του / **εκτός της επαρχίας του)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free