HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του φήμη | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈfi.mi

Ορισμοί

  1. διάδοση, λόγια που διαδίδονται από στόμα σε στόμα χωρίς να είναι διασταυρωμένα
  2. γυναικείο όνομα
  3. η εντύπωση που επικρατεί στους άλλους ανθρώπους για το χαρακτήρα και την ποιότητα κάποιου, το καλό ή κακό "όνομα" που έχει αποκτήσει κάποιος
  4. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Φήμης)
  5. η διασημότητα, το να είναι κανείς φημισμένος, διάσημος
  6. η φήμη του αρχιερέως, απαγγελία του ονόματος και του εκκλησιαστικού τίτλου, που φέρει ένας αρχιερέας, όταν αυτός προΐσταται αρχιερατικής λειτουργίας

Ισοδύναμα

العربية شهرة
Български репутация слава
বাংলা শোহরৎ
Bosanski renom renome san реноме слава
Čeština fáma renomé reputace sláva
Gaeilge alladh clú
Gàidhlig cliù fathann
Hrvatski renom renome san реноме слава
Magyar hírnév
Bahasa Indonesia rumor
日本語 評判 風聞
한국어 루머 소리 소문 평판 풍문 풍설
Kurdî fama şan şona
Latina celebritās fama laus sermunculus
Português fame renome reputação reputar rumor
Română faimă renume
Српски renom renome san реноме слава
Tagalog kabalitaan
Türkçe nam san Şöhret söylenti un
Українська реноме слава чутка

Παραδείγματα

“ακούγονται φήμες για ανασχηματισμό της κυβέρνησης”
“… τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ θεοπροβλήτου Μητροπολίτου τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως …, (Ὑπερτίμου καὶ Ἐξάρχου …), ἡμῶν δὲ πατρὸς καὶ ποιμενάρχου* / ἱεράρχου**, πολλὰ τὰ ἔτη. (*εντός της επαρχίας του / **εκτός της επαρχίας του)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φήμη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free