Meaning of κουτσομπολιό | Babel Free
/kutsoboˈʎo/Ορισμοί
- αργόσχολη συζήτηση ή σχολιασμός (κακόβουλος ή και καλόβουλος) πράξεων και ενεργειών άλλων ανθρώπων (συνήθως απόντων)
- διάδοση (ανυπόστατων και συνήθως κακόβουλων) φημών
Ισοδύναμα
English
Gossip
Παραδείγματα
“Το κουτσομπολιό είναι γι’ αυτούς που δεν έχουν άλλο να κάνουν.”
Gossip is for those who have nothing else to do.
“Να μην πιστεύεις τα κουτσομπολιά.”
Don't believe the rumours.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.