Meaning of τυχαία | Babel Free
/tiˈçe.a/Ορισμοί
- κατά τυχαίο τρόπο, στην τύχη
- χωρίς να το περιμένω, κατά τύχη, αναπάντεχα
Παραδείγματα
“διαλέξαμε τυχαία έναν από αυτούς που ήρθαν στη συνέντευξη”
“συνάντησα τυχαία το Γιάννη στο δρόμο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.