τυχαία
Ορισμοί
- κατά τυχαίο τρόπο, στην τύχη
- χωρίς να το περιμένω, κατά τύχη, αναπάντεχα
Ισοδύναμα
24 more languages
العربيةعشوائيًّا
Dansktilfældigt
Deutschzufällig
Ελληνικάτυχαία
Bahasa Indonesiasembarangan
Italianociecamente
한국어뜬금없다
ไทยสุ่ม
Українськавипадково
Παραδείγματα
“διαλέξαμε τυχαία έναν από αυτούς που ήρθαν στη συνέντευξη”
“συνάντησα τυχαία το Γιάννη στο δρόμο”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free