HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του στάση | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
[ˈstasi]

Ορισμοί

  1. το σταμάτημα
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. το μέρος όπου σταματά ένα μέσο μαζικής μεταφοράς
  4. η προσωρινή διακοπή
  5. το κάθε μέρος ενός φιλμ όπου αποτυπώνεται το φως των φωτογραφιών
  6. ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης
  7. η εξέγερση απέναντι σε μια νόμιμη εξουσία, ανταρσία
  8. ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται ή γενικά κρατά το σώμα του

Ισοδύναμα

Afrikaans opstand
العربية تحريض سكون فتنة
Azərbaycanca durğunluq
Български въстание мете́ж
Bosanski bode bunt revolt stas staza zastoj метеж
Čeština stanovisko
Dansk oprør
Gàidhlig eadar-dhealachadh
עברית הסתה
Hrvatski bode bunt revolt stas staza zastoj метеж
日本語 扇動 暴動
한국어 선동 폭동
Kurdî fitne stop stop
Latina seditio
Polski bunt Rokosz staza zastój
Српски bode bunt revolt stas staza zastoj метеж
Svenska busskur stas uppvigling väntkur
Українська засті́й застій
Tiếng Việt tạo phản

Παραδείγματα

“Περίμενε! Κάνε μια στάση!”
“Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.”
“στάση πληρωμών”
“στάση εργασίας”
“Έχω ένα παλιό φιλμ 24 στάσεων.”
“όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα”
“δε μου αρέσει αυτή η παθητική στάση αναμονής”
“(ψυχολογία) ταυτόσημο του αγγλικού όρου ψυχολογίας: "attitude"”
“συμπεριφορικός τρόπος σκέψης, φερσίματος προς, συναισθήματος προς κάποιον ή κάτι”
“η στάση του Νίκα”
“πρόσεχε τη στάση σου όταν κάθεσαι τόσες ώρες, ειδάλλως θα καμπουριάσεις”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη στάση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free