Σημασία του στάση | Babel Free
[ˈstasi]Ορισμοί
- το σταμάτημα
- γυναικείο επώνυμο
- το μέρος όπου σταματά ένα μέσο μαζικής μεταφοράς
- η προσωρινή διακοπή
- το κάθε μέρος ενός φιλμ όπου αποτυπώνεται το φως των φωτογραφιών
- ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης
- η εξέγερση απέναντι σε μια νόμιμη εξουσία, ανταρσία
- ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται ή γενικά κρατά το σώμα του
Ισοδύναμα
Afrikaans
opstand
Azərbaycanca
durğunluq
Čeština
stanovisko
Dansk
oprør
Deutsch
Aufruhr
Aufwiegelung
Autobusobdach
Blutstau
Bushaltestelle
Busstopp
Meuterei
meutern
Standpunkt
Stasis
Statik
Stau
Stillstand
Verhetzung
Volksverhetzung
Wartehäuschen
English
attitude
bus shelter
bus stop
Deadlock
frame
frame
mutiny
Mutiny
point of view
position
rebellion
Revolt
Sedition
Stance
stance
Stasis
stop
stop
Français
abribus
Arrêt
attitude
aubette
cessation
escale
escale
mutiner
mutinerie
position
position des pieds
posture
révolte
révolté
révolte
sédition
stance
stase
station
statisme
Gàidhlig
eadar-dhealachadh
עברית
הסתה
Latina
seditio
Русский
бунт
взбунтоваться
восстание
застой
мяте́ж
подстрекательство
седи́ция
состоя́ние n покоя
стаз
стазис
Tiếng Việt
tạo phản
Παραδείγματα
“Περίμενε! Κάνε μια στάση!”
“Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.”
“στάση πληρωμών”
“στάση εργασίας”
“Έχω ένα παλιό φιλμ 24 στάσεων.”
“όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα”
“δε μου αρέσει αυτή η παθητική στάση αναμονής”
“(ψυχολογία) ταυτόσημο του αγγλικού όρου ψυχολογίας: "attitude"”
“συμπεριφορικός τρόπος σκέψης, φερσίματος προς, συναισθήματος προς κάποιον ή κάτι”
“η στάση του Νίκα”
“πρόσεχε τη στάση σου όταν κάθεσαι τόσες ώρες, ειδάλλως θα καμπουριάσεις”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free