Meaning of στάση | Babel Free
/[ˈstasi]/Ορισμοί
- το σταμάτημα
- γυναικείο επώνυμο
- το μέρος όπου σταματά ένα μέσο μαζικής μεταφοράς
- η προσωρινή διακοπή
- το κάθε μέρος ενός φιλμ όπου αποτυπώνεται το φως των φωτογραφιών
- ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης
- η εξέγερση απέναντι σε μια νόμιμη εξουσία, ανταρσία
- ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται ή γενικά κρατά το σώμα του
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Περίμενε! Κάνε μια στάση!”
“Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.”
“στάση πληρωμών”
“στάση εργασίας”
“Έχω ένα παλιό φιλμ 24 στάσεων.”
“όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα”
“δε μου αρέσει αυτή η παθητική στάση αναμονής”
“(ψυχολογία) ταυτόσημο του αγγλικού όρου ψυχολογίας: "attitude"”
“συμπεριφορικός τρόπος σκέψης, φερσίματος προς, συναισθήματος προς κάποιον ή κάτι”
“η στάση του Νίκα”
“πρόσεχε τη στάση σου όταν κάθεσαι τόσες ώρες, ειδάλλως θα καμπουριάσεις”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.