ψυγείο
Ορισμοί
- συσκευή για την συντήρηση φαγητού μέσω ψύξης, συνήθως ηλεκτρική
- ειδικό φορτηγό το οποίο μεταφέρει κρέατα απ' το σφαγείο στον τόπο πώλησής τους
- πλοίο ειδικού τύπου.
- ειδικός μηχανισμός ο οποίος διατηρεί την ψύξη στη μηχανή των αυτοκινήτων
-
ψυχρός χώρος figuratively
-
η ψυχρή αντίδραση ή ατμόσφαιρα figuratively
Ισοδύναμα
16 more languages
DeutschKühlschrank
Gàidhligfrids
हिन्दीफ़्रिज
Magyarfrigó
Latviešuledusskapis
Nederlandskoelkast
Polskilodówka
ไทยตู้เย็น
Türkçebuzdolabı
Українськахолодильник
中文冰箱
繁體中文冰箱
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free