HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βαλίτσα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
vaˈli.t͡sa

Ορισμοί

  1. υποκοριστικό, χαϊδευτικό γυναικείο όνομα
  2. αποσκευή σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου με σκληρά τοιχώματα, για τη μεταφορά ρούχων

Ισοδύναμα

14 more languages
Българскикуфар
Češtinakufr
DeutschKoffer
한국어
Nederlandskoffer
Portuguêsmala
Русскийчемодан
Shqipvalixhe
Svenskavaska
Türkçebavulvaliz
中文行李箱
繁體中文行李箱

Παραδείγματα

“Έβαλα τα ρούχα μου στη βαλίτσα για το ταξίδι.”

I put my clothes in the suitcase for the trip.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βαλίτσα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free