Meaning of παρεμπιπτόντως | Babel Free
Ορισμοί
- κατά παρέμβαση στο κυρίως θέμα, σαν σε παρένθεση, εκτός θέματος, συμπτωματικά, παρενθετικά, όχι προγραμματισμένα, τυχαία
- κάτι που προκύπτει με την ευκαιρία, λόγω περίστασης, περιστασιακά
Παραδείγματα
“Το 1886, έχοντας διακινδυνεύσει τρία πλοία διάσωσης με όλο τους το πλήρωμα, εκατοντάδες νέοι εθελοντές ήρθαν να εγγραφούν, να οργανωθούν σε τοπικές ομάδες και αυτό το ξεσήκωμα είχε ως αποτέλεσμα την κατασκευή μιας εικοσάδας επιπλέον πλοίων. Σημειώνουμε παρεμπιπτόντως ότι η Ένωση στέλνει κάθε χρόνο στους ψαράδες και στους ναυτικούς εξαιρετικής ποιότητας βαρόμετρα σε τιμή τρεις φορές χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία. Διαδίδει την μετεωρολογική γνώση και κρατάει τους ενδιαφερόμενους ενήμερους για τις ξαφνικές μεταβολές που προβλέπουν οι σοφοί. (*)”
“ο έλεγχος της συνταγματικότητας είναι διάχυτος, γιατί έχουν τη δυνατότητα να τον ασκήσουν όλα τα δικαστήρια και εμφανίζεται παρεμπιπτόντως, διότι ασκείται με την ευκαιρία της εν λόγω δίκης και κατ' ένσταση αυτής μιάς και δεν αφορά τον έλεγχο της συνταγματικότητας γενικά, αλλά για την εν λόγω περίπτωση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.