Meaning of πέτρα | Babel Free
/ˈpe.tɾa/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο
- σκληρό ορυκτό διαφόρων σχημάτων και μεγεθών που αφθονεί πάνω από τη γη και μέσα σ’ αυτή
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- συσσωμάτωση αλάτων που εμφανίζεται σε ορισμένα όργανα του σώματος
-
κάτι πολύ σκληρό figuratively
- τοπωνύμια σε διάφορα σημεία του πλανήτη
- γνωστή αρχαία πόλη της Ιορδανίας σκαλισμένη στο βράχο, αρχαιολογικός χώρος και σημαντικός τουριστικός προορισμός
Παραδείγματα
“πέτρα στα νεφρά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.