Meaning of γάτα | Babel Free
/ˈɣa.ta/Ορισμοί
- κατοικίδιο τετράποδο θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών. Έχει ευλύγιστο σώμα, στρογγυλό κεφάλι, μακριά ουρά και γαμψά νύχια που εξυπηρετούν στην αναρρίχηση και τη σύλληψη του θηράματος
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Γάτας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γάτας
-
πολύ έξυπνος άνθρωπος figuratively
- φυτό του είδους Χαϋναλδία η χνοώδης (Uncaria tomentosa)
- κοινή ονομασία ορισμένων ψαριών, τα γατόψαρα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.