HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γάτα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈɣa.ta

Ορισμοί

  1. κατοικίδιο τετράποδο θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών. Έχει ευλύγιστο σώμα, στρογγυλό κεφάλι, μακριά ουρά και γαμψά νύχια που εξυπηρετούν στην αναρρίχηση και τη σύλληψη του θηράματος
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Γάτας
  4. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γάτας
  5. πολύ έξυπνος άνθρωπος
    figuratively
  6. φυτό του είδους Χαϋναλδία η χνοώδης (Uncaria tomentosa)
  7. κοινή ονομασία ορισμένων ψαριών, τα γατόψαρα

Ισοδύναμα

43 more languages
العربيةقطقطة
Българскикотараккотка
Catalàgatgatamix
Ελληνικάγατί
Eestikass
فارسیگربه
Gaeilgecat
Hrvatskigatakocimačkaмачка
Bahasa Indonesiakucing
Íslenskakisaköttur
日本語雌猫
Lietuviųkatėkatinas
Македонскима́чка
Maltiqattusa
မြန်မာကြောင်မ
PortuguêsCATgatagato
Românăpisică
Slovenčinamačka
Slovenščinamačekmačka
Shqipmace
Српскиgatakociмачка
Türkçekedi
Tiếng ViệtméoMèomeoMiêu
中文
繁體中文

Παραδείγματα

“Η γάτα κοιμάται όλη μέρα στον καναπέ.”

The cat sleeps all day on the couch.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γάτα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free