HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τρύπα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/ˈtɾi.pa/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. κενός χώρος, κοιλότητα ή άνοιγμα σε ένα στερεό σώμα
  4. άνοιγμα σε κάποιο σώμα
    broadly
  5. κενό, άνοιγμα, έλλειψη ή έλλειμμα
    figuratively

Ισοδύναμα

English eye hole pocket

Παραδείγματα

“άνοιξε μια μικρή τρύπα στον τοίχο για εξαερισμό”
“※ και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)”
“η τρύπα του όζοντος απειλεί την υγεία μας”
“υπάρχει τρύπα στα δημοσιονομικά”
“εκμεταλλεύτηκε την τρύπα στην άμυνα του αντιπάλου και διείσδυσε”
“βρήκε τρύπα στο νόμο και λειτουργούσε δίχως άδεια”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τρύπα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course