Meaning of τρύπα | Babel Free
/ˈtɾi.pa/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- γυναικείο επώνυμο
- κενός χώρος, κοιλότητα ή άνοιγμα σε ένα στερεό σώμα
-
άνοιγμα σε κάποιο σώμα broadly
-
κενό, άνοιγμα, έλλειψη ή έλλειμμα figuratively
Παραδείγματα
“άνοιξε μια μικρή τρύπα στον τοίχο για εξαερισμό”
“※ και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)”
“η τρύπα του όζοντος απειλεί την υγεία μας”
“υπάρχει τρύπα στα δημοσιονομικά”
“εκμεταλλεύτηκε την τρύπα στην άμυνα του αντιπάλου και διείσδυσε”
“βρήκε τρύπα στο νόμο και λειτουργούσε δίχως άδεια”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.