HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τρύπα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈtɾi.pa

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. κενός χώρος, κοιλότητα ή άνοιγμα σε ένα στερεό σώμα
  4. άνοιγμα σε κάποιο σώμα
    broadly
  5. κενό, άνοιγμα, έλλειψη ή έλλειμμα
    figuratively

Ισοδύναμα

Españolagujero
Françaistrou
11 more languages
Češtinadíra
Deutschloch
Euskarabegi
Italianoforo
Lietuviųola
Nederlandsgat
Polskidziura
Portuguêsburaco
Српскирупа
Svenskalya
Türkçedelik

Παραδείγματα

“άνοιξε μια μικρή τρύπα στον τοίχο για εξαερισμό”
“※ και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)”
“η τρύπα του όζοντος απειλεί την υγεία μας
“υπάρχει τρύπα στα δημοσιονομικά”
“εκμεταλλεύτηκε την τρύπα στην άμυνα του αντιπάλου και διείσδυσε”
“βρήκε τρύπα στο νόμο και λειτουργούσε δίχως άδεια”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τρύπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free