Meaning of κατεύθυνση | Babel Free
/kaˈte.fθin.si/Ορισμοί
- η πορεία που θα ακολουθήσει κάποιος για να περάσει από μία θέση σε άλλο ορισμένο σημείο, πχ. μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστερά, ανατολικά, δυτικά
-
πορεία προς κάποιο στόχο ή κατάσταση figuratively
- μαζί η διεύθυνση και η φορά ενός διανύσματος
Ισοδύναμα
English
direction
Παραδείγματα
“οι τέσσερις κατευθύνσεις του ορίζοντα”
“προς λάθος κατεύθυνση οδηγούν τα νέα μέτρα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.