HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κατεύθυνση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
kaˈte.fθin.si

Ορισμοί

  1. η πορεία που θα ακολουθήσει κάποιος για να περάσει από μία θέση σε άλλο ορισμένο σημείο, πχ. μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστερά, ανατολικά, δυτικά
  2. πορεία προς κάποιο στόχο ή κατάσταση
    figuratively
  3. μαζί η διεύθυνση και η φορά ενός διανύσματος

Ισοδύναμα

1 more languages
Polskikierunek

Παραδείγματα

“οι τέσσερις κατευθύνσεις του ορίζοντα”
προς λάθος κατεύθυνση οδηγούν τα νέα μέτρα”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κατεύθυνση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free